Το πλήρες κείμενο:

 «Tις τελευταίες εβδομάδες όλοι οι Βουλευτές του ΠΑΣΟΚ, πάμπολλες φορές, δεχθήκαμε το στερεότυπο ερώτημα αν θα ψηφίσουμε το ασφαλιστικό. Το ερώτημα δεν υφίσταται για έναν πολύ συγκεκριμένο λόγο.

      Ξέρουμε πολύ καλά πως όλοι μαζί -και μόνο όλοι μαζί- συγκροτούμε την κυβερνητική πλειοψηφία. Διεθνείς εξελίξεις, χρόνιες παθογένειες, αλλά και μια εγκληματική διακυβέρνηση τα τελευταία πεντέμισι χρόνια, μας έφεραν αντιμέτωπους με μια ιστορική ευθύνη, τη σωτηρία της χώρας. Αυτό είναι το πρώτιστο καθήκον της κυβερνητικής πλειοψηφίας και αυτό πράττουμε, αναλαμβάνοντας και την ευθύνη των αποφάσεών μας.
      Εμείς, όμως, οι Βουλευτές του ΠΑΣΟΚ, δεχθήκαμε και ένα δεύτερο ερώτημα, επίσης πάμπολλες φορές, τις τελευταίες εβδομάδες: «Ξέρετε» –μας ρωτούν οι συμπολίτες μας και πολλοί δημοσιογράφοι- «τι πάτε να ψηφίσετε»;
      Αντιπαρέρχομαι την υπολανθάνουσα απαξίωση που ενυπάρχει στην εκφορά του ερωτήματος και απαντώ ευθέως: Ναι, ξέρουμε πολύ καλά τι ψηφίζουμε, τι ψηφίσαμε χθες και τι θα ψηφίσουμε σε λίγες ώρες. Ψηφίζουμε ένα νομοσχέδιο, όχι απλά κρίσιμο, αλλά κατά κυριολεξία οριακό.
      Όλοι γνωρίζουμε πως όσα έγιναν και κυρίως όσα δεν έγιναν τα προηγούμενα χρόνια, έχουν οδηγήσει το υφιστάμενο ασφαλιστικό σύστημα σε κατάρρευση με μαθηματική, μάλιστα, ακρίβεια. Επ’ αυτού, σοβαρός αντίλογος δεν υπάρχει. Όπως, επίσης, δυστυχώς, δεν ακούσαμε μέχρι τώρα κάποια σοβαρή εναλλακτική πρόταση για ένα άλλο ασφαλιστικό σύστημα, πέρα από ευχολόγια.
      Το κεντρικό πολιτικό ζητούμενο όμως της νομοθετικής πρωτοβουλίας της Κυβέρνησης, με βάση την κατάσταση που έχει δημιουργηθεί, είναι ένα και μοναδικό: Η διασφάλιση ενός βιώσιμου δημόσιου ασφαλιστικού συστήματος με κοινωνικό χαρακτήρα. Και το νομοσχέδιο του Υπουργείου Εργασίας απαντά θετικά σε αυτό το κεντρικό ερώτημα. Θετικά μεν, οριακά δε.
      Από την άλλη, δεν υποβαθμίζω καθόλου πολύ σημαντικές διατάξεις του νομοσχέδιου από τα ζητήματα των διαβητικών και άλλων ευπαθών ομάδων μέχρι το ζήτημα της διαδοχικής ασφάλισης και μια σειρά άλλων ρυθμίσεων. Αλλά υπάρχουν σοβαρές εκκρεμότητες από την δέκατη τρίτη, τη δέκατη τέταρτη σύνταξη μέχρι το ζήτημα των μητέρων ανηλίκων τέκνων, υπάρχουν ζητήματα, που γρηγορότερα από όσο φαντάζονται κάποιοι «ρεαλιστές», πρέπει να τα αντιμετωπίσουμε. Και αυτή η αντιμετώπιση, βέβαια, προϋποθέτει μια πολυεπίπεδη προσπάθεια το επόμενο διάστημα, έτσι ώστε, όχι απλά να διασφαλιστεί περαιτέρω, αλλά να ενισχυθεί ο δημόσιος και κοινωνικός χαρακτήρας του ασφαλιστικού συστήματος. Εκεί θα κριθούμε. Το ερώτημα είναι αν μπορούμε.
      Πιστεύουμε πως μπορούμε, αρκεί να δείξουμε και το επόμενο διάστημα την ίδια αποφασιστικότητα που δείξαμε μέχρι τώρα, αυτή που δείχνουμε με το παρόν νομοσχέδιο, στο φάρμακο, στα διαγνωστικά, στις απύθμενες σπατάλες του πελατειακού κράτους που κατάφερε να διατηρεί τέσσερα γενικά νοσοκομεία στο Λασίθι και τμήματα πανεπιστημίων και ΤΕΙ σε πενήντα τρεις πόλεις και κωμοπόλεις όλης της χώρας.
      Θα μπορούσα να παραθέσω πολλά άλλα παραδείγματα περικοπής δαπανών, παραδείγματα που είναι ενδείξεις, αν όχι αποδείξεις, ότι το ασφαλιστικό νομοσχέδιο, είναι οριακό και από άποψη που σχετίζεται με την ακολουθούμενη οικονομική πολιτική της Κυβέρνησης.
      Συγκεκριμένα, οι μέχρι τώρα προσπάθειές και αποφάσεις μας έχουν περιορίσει το έλλειμμα και φαίνεται να έχουμε αποτέλεσμα σ’ αυτό, αποκλειστικά με περικοπή μισθών και συντάξεων. Ήταν ένας αναγκαίος δρόμος, ένας αναγκαίος κύκλος, που κλείνει την επόμενη εβδομάδα με την ψήφιση και του άλλου ασφαλιστικού των δημοσίων υπαλλήλων, αλλά ένας δρόμος αναγκαίος, όχι, όμως, ικανός.
      Τα μηνύματα που είχαμε από το πεδίο των εσόδων την περασμένη εβδομάδα είναι αποκαλυπτικά. Πρέπει να μας παρακινήσουν να ανοίξουμε και αλλού «περπατησιά», διανέμοντας δίκαια τα βάρη, χτυπώντας αλύπητα την ρεμούλα και τη σπατάλη και κυρίως, ανοίγοντας διάπλατα το δρόμο της ανάπτυξης με πρωτοβουλίες.
      Το ασφαλιστικό, είναι επίσης οριακό και από κοινωνική, αλλά και άποψη δικαίου. Βάζει σε σοβαρή δοκιμασία συγκεκριμένες κοινωνικές και ηλικιακές ομάδες που είχαν κάνει προγραμματισμό ζωής, βασιζόμενες στους μύθους που έχτισε με επιμέλεια το πολιτικό σύστημα από την Μεταπολίτευση μέχρι σήμερα.
      Τι απαντάμε σε αυτές τις κοινωνικές και ηλικιακές ομάδες; Η απάντηση δεν μπορεί να είναι άλλη, απ΄ το ότι θα αποφασίσουμε με το βλέμμα στραμμένο στο μέλλον.
      Οφείλουμε να δώσουμε πειστικές απαντήσεις στη νέα γενιά, μια γενιά για την οποία περισσεύουν τα ερωτήματα και απουσιάζουν οι απαντήσεις. Πιστεύω βαθιά ότι κανένας μας δεν επιθυμεί να καταγραφεί ως μέλος μιας γενιάς, η οποία έζησε καλά εξαιτίας των προηγούμενων και εις βάρος των επόμενων γενεών.
      Από αυτήν μας την πίστη, αντλούμε και την δύναμη για τις αποφάσεις μας και αναλαμβάνουμε την ευθύνη γι’ αυτές.
      Το ασφαλιστικό, τέλος, είναι οριακό και πάνω από όλα και κυρίως από πολιτική άποψη, θέτει επί τάπητος ένα καίριο, κρίσιμο, καθοριστικό, κεφαλαιώδες, θεμελιώδες ερώτημα, που πρέπει όλοι να απαντήσουμε: Ποιά είναι και ποιά θα είναι η Ελλάδα μετά την 6η Μαΐου; Την ημερομηνία που ψηφίσαμε την προσφυγή στο μηχανισμό στήριξης με τη συνεργασία που έχουμε -με την επιτήρηση, όπως και αν το πείτε- με την Τρόικα.
      Περισσεύουν από τις 6 Μαΐου μέχρι σήμερα οι θεωρίες του τύπου πως η χώρα τελείωσε ή ότι πάλι είμαστε εντολοδόχοι της Τρόικας. Όσοι εμφορούνται από τέτοιες αντιλήψεις, στην καλύτερη περίπτωση παρασύρονται και στην χειρότερη εκφράζουν μύχιες επιθυμίες.
      Σίγουρα ναι, τα περιθώρια είναι ασφυκτικά, αλλά επίσης, ναι, υπάρχει περιθώριο διαπραγμάτευσης. Και η τελική μορφή του ασφαλιστικού νομοσχεδίου είναι απόδειξη γι’ αυτό. Όσοι αντιδράσαμε στα χειρότερα και ζήσαμε από κοντά την προσπάθεια της πολιτικής ηγεσίας του Υπουργείου Εργασίας και του Πρωθυπουργού προσωπικά, μπορούμε να επιβεβαιώσουμε ότι πραγματικά υπήρξε διαπραγμάτευση με πολύ συγκεκριμένα αποτελέσματα, γύρω από το ασφαλιστικό και δικαιώνει μια πολιτική άποψη την οποία και ασπάζομαι απόλυτα.
      Μονόδρομος δεν είναι το Μνημόνιο. Μονόδρομος ήταν, είναι και θα είναι η σωτηρία της χώρας. Στο χέρι μας είναι να διαμορφώσουμε γρήγορα τη νέα πολιτική ατζέντα, που σηματοδοτεί τη νέα εποχή και θα μας οδηγήσει σε μια Ελλάδα αντάξια των προσδοκιών όλων των Ελλήνων και Ελληνίδων, αλλά, κυρίως και πάνω από όλα, της νέας γενιάς.
      Τελειώνοντας θέλω να πω κάτι για το εργασιακό. Θεωρώ πολύ κρίσιμα αυτά που ανακοίνωσε πριν λίγο απ΄ το βήμα της Βουλής ο Υπουργός Εργασίας, που είναι, βέβαια και απόδειξη πια, όχι ένδειξη -όπως και ο ίδιος είπε- ότι όλα όσα προηγήθηκαν τις προηγούμενες μέρες, δεν ήταν καθόλου, μα καθόλου, προσχηματικά.
      Πραγματικά ό,τι συμφωνήθηκε από τους κοινωνικούς εταίρους είναι πάνω από νομοθετικές πρωτοβουλίες.
      Θέλω όμως, για πολλοστή φορά, κύριε Υπουργέ, να προσθέσω κάτι που ήθελα να το θέσω και σε σας και στον Πρωθυπουργό, αλλά και σε άλλα θεσμικά όργανα του ΠΑΣΟΚ. Πιστεύω ότι θα πρέπει να προσθέσουμε στη «φαρέτρα» των επιχειρημάτων που σχετίζονται με την αποφυγή της ολέθριας εξέλιξης το να μειωθούν οι μισθοί στον ιδιωτικό τομέα –να «παγώσουν» μάλλον- και να περικοπεί ο δέκατος τρίτος και ο δέκατος τέταρτος μισθός, πρέπει εκτός απ΄ το δημοσιονομικό ζήτημα, να προσθέσουμε και ένα άλλο πολύ πιο ουσιαστικό και σημαντικό επιχείρημα: Την Ελλάδα τη χαρακτηρίζει μια πολύ συγκεκριμένη διαρθρωτική, οικονομικής φύσεως, αλλά με κοινωνικές και πολιτικές προεκτάσεις, ανισορροπία. Για την ίδια εργασία στο δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, αμείβει καλύτερα τον δημόσιο υπάλληλο, ενώ παράλληλα του παρέχει και εργασιακή ασφάλεια. Αυτή είναι μια ανισορροπία της χώρας, την οποία πρέπει να απαλείψουμε τα επόμενα πέντε δέκα χρόνια και δεν μπορούμε να την απαλείψουμε αν «παγώσουμε» τους μισθούς στον ιδιωτικό τομέα.
      Τώρα που είμαστε στην «μέγγενη» και έχουμε σφίξει τους μισθούς στο δημόσιο τομέα, δεν πρέπει να σταματήσουν να εξελίσσονται οι μισθοί στον ιδιωτικό τομέα, για να ανατραπεί αυτή η διαρθρωτική ανισορροπία. Γιατί δεν είναι μόνο οικονομικής φύσεως. Σχετίζεται, δηλαδή, με την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας, αλλά, επίσης, σχετίζεται απόλυτα και άμεσα και με το πελατειακό κράτος και με συγκεκριμένες νοοτροπίες και συμπεριφορές που μας έχουν οδηγήσει εδώ».