Επίκαιρη Επερώτηση  Βουλευτών της ΔΗΜ.ΑΡ. προς τους Υπουργούς Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, Οικονομικών, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων και Παιδείας και Θρησκευμάτων με θέμα: «Η επανεκκίνηση της ανάπτυξης και η παραγωγική ανασυγκρότηση είναι μέγιστη προτεραιότητα για τη χώρα και πρωταρχικό αίτημα στη συνολική διαπραγμάτευση για την αναδιάρθρωση του χρέους». 

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδας, ο κ. Προβόπουλος, ενημερώνοντας χθες την Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων της Βουλής, έκανε μία πολύ σοβαρή ανακοίνωση, λέγοντας επίσημα ότι η ύφεση στην Ελλάδα έχει ξεπεράσει και τι ως ποσοστό τη γνωστότερη ύφεση –όχι μόνο στους οικονομολόγους, αλλά και στον καθέναν που ενδιαφέρεται, στους πολίτες θα έλεγα- αυτή των Ηνωμένων Πολιτειών του1929.
Από το 2008 μέχρι και το 2013 αθροιστικά ξεπέρασε τη μεγάλη ύφεση των ΗΠΑ. Από μόνη της αυτή η πραγματικότητα δίνει το μέτρο της σοβαρότητας. Μιλάμε για το υπ’ αριθμόν ένα ζήτημα της χώρας.
Δεν χωρούν, λοιπόν, ούτε υπερβολές ούτε ωραιοποιήσεις ούτε βέβαια κλασικές προσεγγίσεις, εφόσον ήδη από την κουβέντα που μέχρι τώρα έγινε φαίνεται να συμφωνούμε όλοι ότι το μοντέλο ανάπτυξης στο οποίο βασίστηκε η ευημερία μέχρι το 2009 κατέρρευσε. Έχει ειπωθεί από όλες τις πτέρυγες. Ας βρούμε και έναν κοινό τόπο, αντί να διαγκωνιζόμαστε σε εκφράσεις υπερβολής.
Υπάρχει όμως και κάτι πολύ σημαντικό που αφορά αυτήν την ανακοίνωση του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας. Είναι νομίζω, κύριε Υπουργέ, το δεύτερο μεγάλο όπλο στα χέρια της Κυβέρνησης μετά το πρωτογενές πλεόνασμα και το διαρθρωτικό πλεόνασμα που είναι το μεγαλύτερο στην Ευρωζώνη, προκειμένου να μείνουμε αμετακίνητοι, όπως πράττουμε εδώ και περίπου τρεις μήνες, με τη γραμμή «όχι άλλα δημοσιονομικά μέτρα», μια γραμμή που οδήγησε σε εύστοχες επιλογές και στο κρίσιμο ζήτημα της πρώτης κατοικίας και στο φόρο ιδιοκτησίας και στο πολύ καθαρό «όχι» στις ομαδικές απολύσεις.
Είναι, όμως, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, η σοβαρότητα της κουβέντας τέτοια που επιβάλλεται να τελειώνουμε με κάποιους μύθους.
Η ανάπτυξη δεν είναι κάτι που δεν κάνει η σημερινή Κυβέρνηση. Θα κάνω μετά κάποιες προτάσεις και θα ασκήσω και κριτική ως οφείλω. Κάποιοι μένουν σε διαπιστώσεις και λένε γι’ αυτούς που κυβερνούν τα τελευταία τρία-τέσσερα χρόνια –αναφέρομαι συγκεκριμένα στο ΠΑΣΟΚ- ότι δεν έκαναν κάτι για την ανάπτυξη. Αυτό δεν προκύπτει με κανένα μαγικό ραβδί.
Από την άλλη πλευρά, βέβαια, πρέπει να θυμίσω ότι μέσα στην κρίση το ΠΑΣΟΚ –όχι πριν την κρίση, για να είμαι απολύτως ειλικρινής- διαμόρφωσε τη μία και μόνη εθνική στρατηγική που υπάρχει, αποφυγή άτακτης χρεοκοπίας, παραμονή στη ζώνη του ευρώ, πρωτογενές πλεόνασμα, εθνικό σχέδιο ανασυγκρότησης.
Δεν ισχυρίζομαι πως όλα είναι καλώς καμωμένα στα πλαίσια αυτής της μεγάλης εικόνας. Αυτή, όμως, είναι η εθνική στρατηγική. Ξέρω πολλούς που έλεγαν το αντίθετο. Ο πιο γνωστός είναι ο σημερινός Πρωθυπουργός. Έλεγαν πως έχουν άλλες συνταγές. Μέχρι πριν από έξι μήνες ήταν και ο Πρόεδρος της ΔΗΜΑΡ ένας από αυτούς που έλεγαν πως έχουν άλλες συνταγές.
Απεδείχθη ότι δεν υπάρχουν άλλες συνταγές. Αυτή είναι η μόνη εθνική στρατηγική. Δεν μπορούσαμε να φτάσουμε σε καμία ανάπτυξη με τα λόγια, πριν διανύσουμε αυτό τον επώδυνο δρόμο, γιατί βεβαίως η κρίση δεν είναι παράγωγο του μνημονίου, αλλά το μνημόνιο είναι παράγωγο της κρίσης. Η συζήτηση για την ανάπτυξη παρέχει πολλαπλές αποδείξεις γι’ αυτό.
Αν συμφωνούμε όλοι πραγματικά ότι χρεοκόπησε το μοντέλο ανάπτυξης, τότε η κρίση είχε προϋπάρξει του μνημονίου. Στο κάτω-κάτω, καλό είναι να θυμίσω ότι ύφεση είχαμε το 2008, το 2009 και το μισό 2010, όταν ασκούνταν κλασικές πολιτικές «κόβοντας» -μέσα σε εισαγωγικά- χρήμα, γιατί δεν μπορούμε να κόψουμε χρήμα, αλλά το κάναμε αυξάνοντας τα ελλείμματά μας.
Κλασικές συνταγές ακολουθούσαμε και όμως είχαμε μπει σε ύφεση από το 2008. Άρα, εδώ πρέπει να προβληματιστούμε. Δεν μπορούμε να πάμε με συμβατική οπτική. Πρέπει να πάμε βαθιά σε αυτό που λέγεται «κατάρρευση παραγωγικού μοντέλου» της χώρας και να κάνουμε συγκεκριμένες και σαφείς προτάσεις και όχι να επαναλαμβάνουμε στερεότυπα που έχουν κυριαρχήσει στη χώρα μας από τη Μεταπολίτευση και μετά.
Αν πραγματικά μιλάμε για μία νέα μεταπολίτευση και κάποιοι νομίζουν ότι είναι οι φορείς της, επειδή γιγαντώθηκαν μπαίνοντας στο όχημα των διαπιστώσεων και της οργής του ελληνικού λαού, θέλω να πω ότι αυτό το όχημα δεν πάει πουθενά. Έχει μόνο όπισθεν, δεν έχει άλλη ταχύτητα. Ή θα φύγουμε από τη συμβατική λογική ή αλλιώς η συζήτηση για την ανάπτυξη θα είναι γράμμα κενό.
Κύριε Πρόεδρε, ολοκληρώνω με τρεις συγκεκριμένες αναφορές-προτάσεις. Πρώτον, καμία κουβέντα για ανάπτυξη δεν έχει νόημα, αν δεν λύσουμε το γόρδιο δεσμό που λέγεται «ρευστότητα». Αν όσα είπε χθες ο κ. Προβόπουλος μείνουν ως έχουν, δηλαδή η πιστωτική επέκταση μείνει γράμμα κενό τα επόμενα χρόνια, το πρόβλημα είναι τεράστιο. Πρέπει να υπάρξει επιθετική πολιτική αναδιάρθρωσης των δανειακών χαρτοφυλακίων των τραπεζών, για να υπάρξει απελευθέρωση πόρων και να χρηματοδοτηθεί η πραγματική οικονομία.
Την ίδια ώρα, κύριε Υπουργέ, θα πρέπει να επιταχυνθούν δραστικά όλα όσα σχετίζονται με το ΕΤΕΑΝ, το Ταμείο Εγγυοδοσίας και όλα τα ανάλογα εργαλεία, όπου υπάρχει πολύ μεγάλη καθυστέρηση. Είναι οι μόνοι διαθέσιμοι πόροι.
Είναι κρίμα να μην μπορεί αυτή τη στιγμή να βγει εγγυητική επιστολή ακόμα και για έργο ΕΣΠΑ, που είναι τα πιο σίγουρα λεφτά, από επιχειρηματία που δεν χρωστάει πουθενά τίποτα. Υπάρχει η πρόβλεψη, αλλά δεν έχει τρέξει το πρόγραμμα. Κάπου καθυστερεί με τις τράπεζες. Εν πάση περιπτώσει, αυτό το ζήτημα πρέπει να λυθεί ως γόρδιος δεσμός. Διαφορετικά, όλη η κουβέντα παραμένει κουβέντα αμφιθεάτρου.
Δεύτερο ζήτημα, εμμονή στις διαρθρωτικές αλλαγές. Σε αυτό που είπε ο κ. Λυκούδης, για την Παγκόσμια Τράπεζα, θα προσθέσω κάτι. Η Παγκόσμια Τράπεζα δεν μας κατατάσσει απλά σε μία θλιβερά χαμηλή θέση σε ό,τι αφορά τη δικαιοσύνη, αλλά λέει και κάτι ακόμα στην Έκθεση του 2011, ότι το 50% του προβλήματος ανταγωνιστικότητας της Ελλάδας οφείλεται στην αργή απονομή δικαιοσύνης. Δεν ξέρω αν είναι υπερβολική ή όχι η διαπίστωση της Παγκόσμιας Τράπεζας, είναι όμως η διαπίστωσή της με ό,τι αυτό συνεπάγεται.
Εμμονή, όμως, στις διαρθρωτικές αλλαγές σημαίνει ότι δεν μπορούμε να παλινδρομούμε όταν έρχονται νομοθετήματα που οδηγούν σε αυτή την κατεύθυνση, διότι αν θυμηθώ τι έκαναν όλες οι πτέρυγες της Βουλής όταν προχωρούσαμε στην απελευθέρωση επαγγελμάτων ή όταν αποπειραθήκαμε με την Κυβέρνηση Παπαδήμου και Υπουργό Δικαιοσύνης τον Μιλτιάδη Παπαϊωάννου να φέρουμε ένα νομοσχέδιο που απλούστευε διαδικασίες και πώς αντέδρασε όλο το πολιτικό σύστημα, τότε πραγματικά πρέπει να βάλω κάποιο ακόμα κουμπί στο σακάκι μου και να το κουμπώσω λίγο παραπάνω.
Καλά είναι τα λόγια, αλλά οι πράξεις θα μας οδηγήσουν εκεί που πρέπει.
Η επερωτώσα ΔΗΜΑΡ είχε ένα χρόνο το Υπουργείο Δικαιοσύνης στην ευθύνη της. Ποια διαρθρωτική αλλαγή έκανε στον τομέα της απλούστευσης; Κι άλλους είκοσι μήνες το είχε ο συνεργαζόμενος σήμερα με εσάς Βουλευτής από τη Θεσσαλονίκη. Δηλαδή από τα λόγια στα έργα η απόσταση είναι χάος.
Το τρίτο –και ολοκληρώνω με αυτό, κύριε Πρόεδρε- και σημαντικότερο απ’ όλα και γι’ αυτό το άφησα τελευταίο, αφορά τη δική μας ευθύνη. Η δική μας ευθύνη δεν σχετίζεται μόνο με το πώς αντιμετωπίζουμε τις διαρθρωτικές αλλαγές και πώς ιεραρχούμε τα προβλήματα, αλλά κυρίως με το κλίμα που εκπέμπουμε μέσα από τη Βουλή και επηρεάζει τις νοοτροπίες, γιατί το ζήτημα του μοντέλου ανάπτυξης είναι ο μύθος ότι θα μετατραπούμε σε μία χώρα παροχής υπηρεσιών. Αυτός ο μύθος κατέπεσε και κατέρρευσε.
Δεν ξέρω πολλούς συμπατριώτες μας οι οποίοι εύκολα θα μετακινηθούν σε μια παραγωγική δραστηριότητα από το όνειρο να καταλάβουν μία θέση στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα παροχής υπηρεσιών. Τι μηνύματα εκπέμπουμε εδώ πέραν των διαπιστώσεων και τι μέτρα παίρνουμε;
Γι’ αυτό, κλείνω με αυτό που είπα κι εχθές, μία από τις μεγάλες ελπίδες της χώρας μας που είναι ο πρωτογενής τομέας δεν χρειάζεται προστασία, όπως ισχυρίζεται ο ΣΥΡΙΖΑ -και αυτά μας είπε εχθές συζητώντας το νομοσχέδιο του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης- αλλά ψάχνει εναγωνίως και δεν βρίσκει διάδρομο για να απογειωθεί.
Ας βάλουμε πλάτη με συγκεκριμένες αποφάσεις. Σε ένα-δύο μήνες θα συζητήσουμε στη Βουλή για το πρωτογενές πλεόνασμα. Δεν μπορεί να κατανεμηθεί όλο για άρση κοινωνικών αδικιών. Ένα μέρος, κύριε Υπουργέ, πρέπει να είναι μέρισμα ανάπτυξης και θα πρέπει να πάει κατά προτεραιότητα στον πρωτογενή τομέα και σε άλλες δράσεις απλούστευσης της φορολογίας για τους επιχειρηματίες. Αν θέλουμε πραγματικά να βιώσουμε μία διαφορετική ταχύτητα σε αυτό που λέγεται ανάπτυξη κι είναι το κεντρικό ζητούμενο για όλους και κυρίως για τη νέα γενιά που παίρνει των ομμάτιών της και φεύγει από τη χώρα.