1.  Η εικόνα νομίζω πως είναι διαφορετική.

Το Δεκέμβρη του 2003, στο πρώτο τακτικό συνέδριο της τρέχουσας δημοτικής περιόδου στη Θεσσαλονίκη, το θέμα της αλλαγής του εκλογικού νόμου, συζητήθηκε αναλυτικά και η συντριπτική πλειοψηφία των συνέδρων, με αναφορά σε όλους τους πολιτικούς χώρους, τοποθετήθηκε αρνητικά στο ενδεχόμενο αλλαγής του. Η αρνητική θέση που έχουμε πάρει σχετικά με την αλλαγή του εκλογικού νόμου, βασίζεται στα εξής τεκμηριωμένα επιχειρήματα: Πρώτον,  το 42% περιορίζει τη βάση δημοκρατικής- λαϊκής νομιμοποίησης του Δημάρχου, που είναι το κεντρικό πρόσωπο στο θεσμό της αυτοδιοίκησης.

Αυτό οδηγεί, αντικειμενικά, στην αποδυνάμωση του θεσμού. Δεύτερον, κομματικοποιεί έντονα το θεσμό καθώς από τη στιγμή που καθιστά πιο ορατό το ενδεχόμενο να «τελειώνει»  η εκλογική αναμέτρηση απ΄ την πρώτη Κυριακή, είναι περίπου δεδομένο πως θα έχουμε πιο άμεση εμπλοκή των κομματικών επιτελείων, τα οποία αναμένεται ν΄ ασκήσουν αφόρητες πιέσεις, προς πάσα κατεύθυνση, γεγονός που πιστεύω πως δε βοηθάει γενικότερα το θεσμό. Τρίτον,  εισάγεται ένας ιδιότυπος δικομματισμός, που δεν τον έχει ανάγκη η αυτοδιοίκηση, καθώς «ποινικοποιούνται» αυτόνομες και αυτοτελείς φωνές. Και μόνο αυτοί οι λόγοι φτάνουν για να είναι αντίθετος κανείς με το 42%  που είναι σαφέστατα μια αντιδημοκρατική εξέλιξη. 

 Οι προτεραιότητες του θεσμού αλλά και της χώρας είναι εντελώς άλλες. Πρέπει να προωθηθούν μεγάλες θεσμικές αλλαγές και όχι αλλαγή εκλογικού νόμου. Η χώρα χρειάζεται σοβαρή αποκέντρωση με ισχυρή αυτοδιοίκηση και δε χρειάζεται αλλαγή εκλογικού νόμου. Η αυτοδιοίκηση αντιδρά λοιπόν γιατί υπάρχουν σοβαροί λόγοι ουσίας και όχι σκοπιμοτήτων. Σκοπιμότητες υπάρχουν αλλού, όπως τουλάχιστον δείχνει ο ιδιότυπος εσωτερικός διάλογος που διεξάγεται εντός της κυβέρνησης εδώ και 100 μέρες, από την ώρα που τέθηκε το ζήτημα. Η έλλειψη σχεδίου νόμου μέχρι σήμερα (20/10/2005), αποδεικνύει πως υπάρχει πενία επιχειρημάτων γιατί το κατά κόρον χρησιμοποιούμενο επιχείρημα «γιατί όχι και η αυτοδιοίκηση αφού και η χώρα κυβερνάτε με 42%», είναι έωλο μιας και αφορά τελείως διαφορετικούς θεσμούς, τελείως διαφορετικά δεδομένα, τελείως διαφορετικές καταστάσεις.

 

       2.Υπάρχει ένα συνολικό πρόβλημα που δεν αφορά μόνο τα Ολυμπιακά ακίνητα. Η χώρα δεν έχει αξιοποιήσει ούτε κατ΄ ελάχιστον την μεταολυμπιακή πραγματικότητα, από μια Ολυμπιάδα που, κατά γενική ομολογία, ήταν άκρως επιτυχημένη και θα μπορούσε ν΄ αποτελέσει εφαλτήριο για μια άλλη αναπτυξιακή τροχιά στον τομέα του τουρισμού και των υπηρεσιών για τη χώρα μας. Είναι προφανές ότι δεν υπάρχει ακόμα και σήμερα, 14 μήνες μετά του Ολυμπιακούς, καμιά ολοκληρωμένη προσέγγιση, παρά μόνο αποσπασματικές κινήσεις και προσπάθειες. Ειδικότερα για τα ολυμπιακά ακίνητα είναι γνωστό ότι η ΚΕΔΚΕ, η ΕΝΑΕ, το ΤΕΕ, ο σύλλογος αρχιτεκτόνων, επιτροπές κατοίκων και πολλοί άλλοι φορείς, αντιδράσαμε έντονα και έγκαιρα στο νόμο που ψηφίστηκε και αφορά την αξιοποίηση τους, κυρίως με εμπορικές δραστηριότητες. Ο λόγος ήταν ένας και μοναδικός.  Θεσπίστηκαν, νομοθετήθηκαν και χωροθετήθηκαν σοβαρότατες λειτουργίες υπερτοπικού χαρακτήρα, κατά παράβαση του ισχύοντος θεσμικού πλαισίου, οι οποίες θα λειτουργήσουν και θα επιδράσουν καταλυτικά στη ζωή και το περιβάλλόν όχι μόνο των πόλεων, όπου βρίσκονται οι εγκαταστάσεις, αλλά ευρύτερων περιοχών, και θα επιφέρουν «σεισμικές» αλλαγές στο εμπόριο, την αναψυχή, την κυκλοφορία, τη στάθμευση.

Αλλαγές που δεν θα στηρίζονται σε συγκεκριμένη επιστημονική τεκμηρίωση, αφού  δεν υποστηρίζονται ούτε από χωροταξικές, ούτε από πολεοδομικές, ούτε από περιβαλλοντικές μελέτες, καθώς δεν ακολουθήθηκαν διαδικασίες διαβούλευσης με τις Τοπικές Αρχές και τους πολίτες, όπως άλλωστε προβλέπει και η σχετική ευρωπαϊκή νομοθεσία. Με το νόμο αυτό,  θεσμοθετήθηκε η δημιουργία «νησίδων» - εμπορικών επιχειρηματικών ζωνών μέσα στο ελληνικό κράτος, όπου ισχύουν άλλοι νόμοι και δημιουργούνται απροκάλυπτα και ξεκάθαρα συνθήκες αθέμιτου ανταγωνισμού στην ίδια την ελεύθερη αγορά. Εκτός των άλλων,  οι εντός αυτού του χώρου λειτουργούσες επιχειρήσεις δεν θα καταβάλουν μια σειρά τέλη για την παροχή υπηρεσιών από την αυτοδιοίκηση, τέλη που καταβάλουν ομοειδείς επιχειρήσεις που λειτουργούν σ΄ όλη τη χώρα. Τελικά, αυτός ο νόμος είναι μια  ακόμα ένδειξη της προχειρότητας που χαρακτηρίζει όλη τη μεταολυμπιακή προσπάθεια της χώρας. Εμείς αυτό που προτείνουμε το είπαμε πολλοί μαζί και ήταν πολύ συγκεκριμένο.  

     3. Το πρόγραμμα ΘΗΣΕΑΣ αναμένεται να προσφέρει στους δήμους περισσότερα απ΄ ό,τι πρόσφερε ο πρόδρομος του, το ΕΠΤΑ, για δύο λόγους. Ο ένας είναι διότι υπάρχει, σύμφωνα με το νόμο, και κρατική συμμετοχή, τουλάχιστον στο 26% του προγράμματος. Ο δεύτερος είναι οι αυξημένες παρακρατήσεις πόρων της αυτοδιοίκησης από τους ΚΑΠ και τη ΣΑΤΑ. Έτσι λοιπόν εμφανίζεται το πρόγραμμα να έχει πολύ μεγαλύτερη οικονομική οντότητα απ΄ το ΕΠΤΑ, ως αποτέλεσμα αυτών των δύο επιλογών. Από τη δεύτερη όμως επιλογή πηγάζει και ένα πρόβλημα του ΘΗΣΕΑ. Η καθυστέρηση στην έναρξη του προγράμματος, σε συνδυασμό με την μεγάλη παρακράτηση πόρων που γίνεται, έχει οδηγήσει αφ΄ ενός μεν στη διαιώνιση των οικονομικών προβλημάτων των ΟΤΑ, παρά την απόδοση των πόρων του Ν. 1828, και αφ΄ ετέρου στην ανάδειξη ενός ιδιότυπου προβλήματος:

ν΄ αποδίδονται μεν λογιστικά τα λεφτά αλλά ουσιαστικά να μένουν στο ταμείο.

Πρέπει να σημειώσω ότι φέτος, στο τέλος χρόνου, στα ταμεία του κράτους θα βρίσκονται περίπου 450 εκατ. ευρώ, πόροι του ΘΗΣΕΑ μη απορροφηθέντες, και κανείς δε γνωρίζει, και δεν μπορεί με ασφάλεια να προβλέψει, τα ποσά που θα μείνουν στο ταμείο, στο τέλος της επόμενης χρονιάς. Είναι δεδομένο ότι απ΄ τον τρίτο χρόνο, όπως συνέβη και με το ΕΠΤΑ, αυτό το πρόβλημα θα ξεπεραστεί.

Είναι όμως ένα πρόβλημα που αφορά την τρέχουσα δημοτική περίοδο,  καθώς στα δύο πρώτα χρόνια της αποπληρωνόταν το ΕΠΤΑ απ΄ τους πόρους της αυτοδιοίκησης, τον τρίτο χρόνο προετοιμαζόταν ο ΘΗΣΕΑΣ και τον τέταρτο χρόνο είναι οι εκλογές  Πρέπει όμως να ξεπεραστεί άμεσα, εκτός και αν βρεθεί τρόπος να προχωρήσουν οι δήμοι πολύ γρήγορα στην απορρόφηση των πόρων οπότε δεν θα τίθεται πλέον τέτοιο ζήτημα.  Απ΄ την πλευρά της ΚΕΔΚΕ, υπάρχει σειρά  προτάσεων, έτσι ώστε να ελαχιστοποιήσουμε το συγκεκριμένο πρόβλημα.    

      4. Για το θέμα των συμβασιούχων ο Υπουργός Εσωτερικών δεσμεύτηκε, στη συνάντηση που είχαμε μαζί του μετά απ΄ τη συνάντηση μας με τον Πρωθυπουργό, ότι οι σχολικοί φύλακες και τα άτομα με ειδικές ανάγκες που μονιμοποιούνται με το προεδρικό διάταγμα θα χρηματοδοτηθούν απ΄ τον κρατικό προϋπολογισμό, αφού μονιμοποιήθηκαν με πρωτοβουλία και ευθύνη του Υπουργού μέσα από το συγκεκριμένο διάταγμα.  

  

     5. Η ΚΕΔΚΕ ζητά να κλείσει οριστικά και η εκκρεμότητα με τη δημοτική αστυνομία, αφού είναι σε πολύ μεγάλο βαθμό μεταφερόμενη αρμοδιότητα και πρέπει να χρηματοδοτηθεί απ΄ τον κρατικό προϋπολογισμό.  Έτσι θα κλείσει ένας κύκλος παρεξηγήσεων και το θέμα της μεταφοράς των αρμοδιοτήτων χωρίς πόρους, που ταλάνισε την αυτοδιοίκηση για πολλά χρόνια, περίπου 15, ν΄ αποτελέσει παρελθόν. Με το ερώτημα σας όμως θέτετε  δύο διακριτά ζητήματα, που το ένα δεν αποκλείει το άλλο, ούτε το δεύτερο πρέπει να έλθει εις αντικατάσταση του πρώτου.

Οι θεσμοθετημένες υποχρεώσεις της πολιτείας νομίζω ότι θα πρέπει να εκτελούνται στο ακέραιο όπως ρητά προβλέπουν οι νόμοι και το σύνταγμα. Σίγουρα όμως δε φτάνουν μόνο αυτοί οι πόροι. Ένα μεγάλο μέρος της ανάπτυξης του θεσμού τα τελευταία χρόνια βασίστηκε καθαρά σε ευρωπαϊκά προγράμματα τα οποία δεν θα υπάρχουν, τουλάχιστον σ΄ αυτά τα μεγέθη που μέχρι σήμερα τα έχουμε συνηθίσει, στο άμεσο μέλλον. Ήδη το Δ΄ ΚΠΣ θα είναι πολύ ή λίγο μειωμένο σε σχέση με το τρίτο. Αυτό σημαίνει ότι η αυτοδιοίκηση πρέπει ν΄ αναζητήσει και άλλα χρηματοδοτικά εργαλεία όπως χαμηλότοκους δανεισμούς, αξιοποίηση της δημοτικής περιουσίας καθώς και συμπράξεις με τον ιδιωτικό τομέα. Για το τελευταίο, το μεγάλο πρόβλημα που υπάρχει είναι η έλλειψη εμπειρίας και του κατάλληλου στελεχιακού δυναμικού σ΄ ένα μεγάλο μέρος της αυτοδιοίκησης, προκειμένου να φέρει σε πέρας τέτοιες διαδικασίες. Υπάρχουν όμως τρόποι να καλυφθεί αυτό το κενό για εκείνους τους Δήμους που αδυνατούν να το καλύψουν, με κάποιες κεντρικές πρωτοβουλίες. Το ζήτημα όμως είναι ότι το νομοσχέδιο για τα ΣΔΙΤ (Συμπράξεις Δημόσιου και Ιδιωτικού Τομέα) το μόνο που κάνει είναι να εισάγει ουσιαστικά τον έλεγχο σκοπιμότητας στην αυτοδιοίκηση και να εγκαθιστά ένα γραφειοκρατικό πλαίσιο έγκρισης των επενδυτικών σχεδίων σύμπραξης με τον ιδιωτικό τομέα. Γεγονός που έχει ως αποτέλεσμα να ορθώνει εμπόδια και να δημιουργεί καθυστερήσεις σε μια εξέλιξη που κατά τα άλλα πιστεύω ότι είναι απαραίτητη.  

     6. Πρώτα απ΄ όλα δύο κρίσιμες παρατηρήσεις. Η πρώτη είναι ότι τα αυτοτελή και αυτόνομα προγράμματα από την Ευρώπη που υπήρχαν τα προηγούμενα χρόνια έχουν μειωθεί. Το μεγαλύτερο μέρος των ευρωπαϊκών κονδυλίων είναι ενσωματωμένο στο κοινοτικό πλαίσιο στήριξης, στο ταμείο συνοχής και στα διάφορα επιχειρησιακά προγράμματα. Το δεύτερο είναι ότι, όπως και σε πολλούς άλλους τομείς, η αυτοδιοίκηση δυστυχώς παρουσιάζει μια εικόνα πολλαπλών ταχυτήτων. Γι΄ αυτό δεν μπορεί ν΄ απαντήσει κανείς στο ερώτημα σας μονολεκτικά γιατί για άλλους δήμους ισχύει το ότι τα εκμεταλλεύονται στο ακέραιο αυτά τα προγράμματα, για άλλους λίγο και για άλλους ότι δεν τα εκμεταλλεύονται καθόλου.

Σε γενικές γραμμές όμως πρέπει να πούμε ότι στο Γ΄ ΚΠΣ, όπου βρίσκεται και το μεγαλύτερο μέρος των κονδυλίων στην τρέχουσα περίοδο, η Τ. Α. λόγω και των στρυφνών διαδικασιών που ισχύουν δεν είχε την αναμενόμενη συμμετοχή, πέρα από ορισμένες λαμπρές εξαιρέσεις κάποιων δεκάδων δήμων. Δυστυχώς δεν μπόρεσε να ανταποκριθεί στα δύσκολα γραφειοκρατικά και διαχειριστικά ζητήματα που έθετε το πλαίσιο διαχείρισης, με αποτέλεσμα η εικόνα χωρίς να είναι αποκαρδιωτική να μην είναι και ικανοποιητική.

  

    7. Και σ΄ αυτό το ερώτημα σας η εικόνα που υπάρχει δεν είναι ενιαία και γι΄ αυτό δεν μπορεί να δοθεί και μια απάντηση. Υπάρχουν πάρα πολλοί δήμοι που είτε με τη συμμετοχή τους σε δίκτυα, είτε με αυτοτελείς και αυτόνομες πρωτοβουλίες παρακολουθούν από κοντά ευρωπαϊκές πρακτικές και πολλές απ΄ αυτές προσπαθούν να τις προσαρμόσουν στα δικά μας δεδομένα. Μέσα απ΄ αυτή τη διαδικασία θα προκύψουν πάρα πολλά και ενδιαφέροντα αποτελέσματα και πρωτοβουλίες σε πανελλαδικό επίπεδο.