Συζήτηση επί της προτάσεως του Πρωθυπουργού για παροχή ψήφου εμπιστοσύνης στην Κυβέρνηση, σύμφωνα με τα άρθρα 84 του Συντάγματος και  141 του Κανονισμού της Βουλής.

 

 

 

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, η ψήφος εμπιστοσύνης και η τήρηση της συνταγματικής προθεσμίας για την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας είναι πολιτική κίνηση κορυφαίου πολιτικού συμβολισμού. Βάζει τέλος στην εκλογολογία και την προεδρολογία θυμίζοντας το αυτονόητο: οι κυβερνήσεις πέφτουν στη Βουλή και όχι στα τηλεοπτικά παράθυρα και τα πολιτικά καφενεία. Στέλνει μήνυμα σταθερότητας οπλίζοντας τη χώρα στην κρίσιμη διαπραγμάτευση για τους όρους και τις προϋποθέσεις εξόδου από την κρίση και τα μνημόνια. Κυρίως, όμως, και πάνω απ’ όλα η κίνηση αυτή είναι ανοιχτή πρόσκληση-πρόκληση για όλους μας, για όλες τις πολιτικές δυνάμεις, για να μιλήσουμε καθαρά για το σχέδιο που έχουμε για τη χώρα και τους πολίτες.
Αποτελεί ύψιστη προτεραιότητα -και το πιστεύω βαθιά- για τον τόπο η ολική επαναφορά του πολιτικού λόγου στα δημόσια πράγματα. Κοντά πέντε χρόνια τώρα, ο πολιτικός λόγος έχει εγκλωβιστεί σε μια μόνο λέξη: μνημόνιο. Κάποιοι είδαν με αυτήν την πρακτική τα ποσοστά τους να φουσκώνουν και αποδείχθηκαν -και κάθε μέρα αποδεικνύονται- οκνηροί και αβέλτεροι. Αναφέρομαι στον ΣΥΡΙΖΑ. Ο ΣΥΡΙΖΑ δηλώνει έτοιμος να κυβερνήσει και δεν μπαίνει στον κόπο να μας πει ούτε μια λέξη για το αύριο. 
Κορυφαίο παράδειγμα, η Κοινή Αγροτική Πολιτική, η ΚΑΠ, όπου δεν άρθρωσε ούτε μια θέση, ούτε μια λέξη, για ένα χρηματοδοτικό πρόγραμμα 20 δισεκατομμυρίων ευρώ. 
Η ίδια εκκωφαντική σιωπή, πρέπει να πω, χαρακτηρίζει και κάποιους νεόκοπους που αυτάρεσκα δηλώνουν και παριστάνουν -τάχα μου- το καινούργιο μου. 
Και όμως, η νέα ΚΑΠ που μπαίνει σε εφαρμογή από την Πρωτοχρονιά του 2015, είναι ζωτικής εθνικής σημασίας. Αφορά πρώτιστα τους αγρότες, τους μεταποιητές και εξαγωγείς, μας αφορά όμως, εξίσου όλους. Η πατρίδα μας βγαίνει από μία περίοδο πρωτοφανών και οδυνηρών θυσιών και η παραγωγική της ανασυγκρότηση είναι το μέγα ζητούμενο αλλά και το μεγάλο δίδαγμα της κρίσης. Πουθενά αλλού δεν αποτυπώνεται τόσο ανάγλυφα και καθαρά αυτή η πραγματικότητα, όσο στην αντίστροφη πορεία δύο δεικτών: την υπερσυγκέντρωση πλούτου, δύναμης και ανθρώπων σε έναν τόπο στην Αθήνα από τη μια και τη συρρίκνωση της αγροτικής μας παραγωγής μαζί με τη γήρανση του αγροτικού πληθυσμού από την άλλη. Αυτή είναι η κρίση που έφερε τα μνημόνια και όχι το αντίστροφο. 
Ακριβώς γι’ αυτό πασχίσουμε για την παραγωγική μας ανασυγκρότηση. Και έχει φυσικά τεράστια σημασία πού και πώς θα διοχετεύσουμε τα 20 δισεκατομμύρια ευρώ της νέας ΚΑΠ. Η ελληνική πρόταση, ο εθνικός φάκελος, όπως λέγεται, ετοιμάστηκε με γνώμονα αυτά τα δεδομένα και με απόλυτο σεβασμό στις θυσίες του ελληνικού λαού. 
Κεντρικός στόχος της πρότασης είναι ένας παραγωγικός αγροτικός τομέας, στήριγμα της ανάπτυξης της οικονομίας και της υπαίθρου, ο οποίος συνεισφέρει στην απασχόληση πρώτα απ’ όλα, καλύπτει τις διατροφικές μας ανάγκες, εξασφαλίζει ικανοποιητικό εισόδημα για τον παραγωγό, δημιουργεί συνέργειες με άλλους τομείς, στηρίζει την προσπάθεια στο εμπορικό μας ισοζύγιο και διασφαλίζει την αειφόρο ανάπτυξη. 
Όλα αυτά μπορεί να ακούγονται φιλόδοξα, πολλοί μπορεί να πουν και χιλιοειπωμένα κι όμως, είναι στο χέρι μας, συνάδελφοι. Αρωγός μας σε αυτήν την προσπάθεια είναι η αλλαγή της ευρωπαϊκής πολιτικής, η οποία εγκαταλείπει το μοντέλο των ιστορικών δικαιωμάτων, δηλαδή της αποσύνδεσης των ενισχύσεων από την παραγωγή και συνδέει τούτη τη φορά τις ενισχύσεις με τη γη που παράγει. 
Το δεύτερο χαρακτηριστικό της νέας ΚΑΠ είναι η περιφερειοποίηση των άμεσων ενισχύσεων, που αξιοποιείται στην περίπτωσή μας με την πρόταση για τρεις περιφέρειες: σαρώσιμες εκτάσεις, δεντρώνες, βοσκότοποι. Είναι τρεις συνεκτικές στο εσωτερικό τους και με διακριτότητα μεταξύ τους περιφέρειες, που επιτρέπουν αποτελεσματική άσκηση διαρθρωτικών πολιτικών. 
Το τρίτο και πιο βασικό χαρακτηριστικό της νέας ΚΑΠ είναι η μεγάλη ευελιξία που δίνει για επιλογές στα κράτη-μέλη. Και εδώ κάναμε τη μεγάλη τομή. Εξαντλούμε με την πρότασή μας το δικαίωμά μας να μεταφέρουμε με πόρους από τον πρώτο πυλώνα στον δεύτερο, από τις άμεσες ενισχύσεις στις διαρθρωτικές πολιτικές για τις στοχευμένες προτεραιότητες. Η ηλικιακή ανανέωση του πληθυσμού, οι σύγχρονες μορφές οργάνωσης των αγροτών σε ομάδες παραγωγών, υγιείς συνεταιρισμούς και διεπαγγελματικές οργανώσεις, η αποφασιστική μεταφορά πόρων στην κτηνοτροφία, η στήριξη εξωστρεφών προϊόντων και μεταποίησης, η απόλυτη προτεραιότητα στην ικανοποίηση των αναγκών άρδευσης, η γενναία στήριξη περιοχών με φυσικούς περιορισμούς, η στοχευμένη αναδιάρθρωση των καλλιεργειών και η κινητοποίηση περισσότερων δυνάμεων με οριοθετημένη αποκέντρωση πόρων, είναι εργαλεία με ονοματεπώνυμο στην πρότασή μας, που δίνουν υπόσταση στην προσπάθεια για τη μεγάλη διαρθρωτική αλλαγή στον πρωτογενή τομέα που έχει ανάγκη ο τόπος.
Το ερώτημα δεν είναι, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, αν όλα αυτά μπορούν να γίνουν, αλλά αν έχουμε δικαίωμα στην αποτυχία, για να θυμηθώ τον ιδρυτή μας.
Απαντώ. Σε ολόκληρη την ελληνική ύπαιθρο συντελείται μια ειρηνική επανάσταση που εκφράζεται με τη ριζική αλλαγή στην ιεράρχηση των προτεραιοτήτων. Για παράδειγμα, η ύδρευση παντού, σε όλη τη χώρα, προηγείται της βελτίωσης του επαρχιακού δρόμου. Πριν από τρία-τέσσερα χρόνια ήταν αλλιώς. 
Ολοένα και περισσότεροι νέοι όλων των βαθμίδων εκπαίδευσης στρέφουν το ενδιαφέρον τους σε δράσεις που σχετίζονται με τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Πρόκειται για βαθιά αξιακή αλλαγή, που συνιστά τομή στη συλλογική μας συνείδηση, ο οποίος κινήθηκε νωχελικά για δεκαετίες στην παροχή υπηρεσιών και τόπου απασχόλησης, που ήταν κατά προτίμηση στην πρωτεύουσα. 
Είναι, τέλος, και ένα άλλο τρίτο πολυσήμαντο γεγονός. Ο πρωτογενής τομέας είναι προνομιακό πεδίο για συνέργειες με δύο συγκεκριμένους κλάδους της οικονομίας που έχουν προοπτική και πρέπει να στηριχτούν. Τουρισμός και βιομηχανία τροφίμων. Μάλιστα, η βιομηχανία τροφίμων πρέπει να τονίσω ότι αποτελεί φωτεινή εξαίρεση στον κρατικοδίαιτο ελληνικό καπιταλισμό. 
Η απάντηση, λοιπόν, στο ερώτημα που έθεσα είναι απλή, κρυστάλλινη και καθαρή. Στην Ελλάδα της κρίσης, στην Ελλάδα του 2009, ούτε μπορούμε ούτε πρέπει να γυρίσουμε. Αξίζει να προσπαθήσουμε και αξίζει διπλά για έναν ακόμη ουσιαστικό λόγο. Οι Έλληνες πρέπει να ενωθούμε ξανά, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι. Δεν πρόκειται για ρητορικό σχήμα ούτε για ηθικοπλαστική προσέγγιση. Ο εθνικός διχασμός τη δεκαετία του 1920 συμπίπτει και συνδέεται με το δράμα ενός εκατομμυρίου διακοσίων χιλιάδων προσφύγων. Ο εμφύλιος διχασμός 1946-1949 συμπίπτει και συνδέεται με ένα εκατομμύριο διακόσιες χιλιάδες μετανάστες που ακολούθησαν τότε. Σήμερα είμαστε αντιμέτωποι πάλι με αυτόν τον τραγικό αριθμό, ένα εκατομμύριο διακόσιες χιλιάδες, άνεργοι αυτήν τη φορά.
Όλοι οι Έλληνες ξέρουμε τι ακολούθησε τους διχασμούς. Χρόνια σκληρά και δύσκολα, άνυδρα και πέτρινα. Δεν είναι ο διχασμός στο εθνικό DNA της χώρας. Μπορούμε και πρέπει να τον αποφύγουμε. Γι’ αυτό πρέπει να ενωθούμε. Και οι λαοί ενώνονται μόνο όταν υπάρχει προσδοκία. 
Καμμία πολιτική και αναπτυξιακή πρόταση δεν έχει νόημα, ακροατήριο στους Έλληνες πολίτες, αν δεν δίνει απάντηση στην ανεργία. Η ελληνική γεωργία και κτηνοτροφία, μαζί με τη μεταποίηση και τις εξαγωγές, δίνουν χειροπιαστές απαντήσεις στον εφιάλτη της ανεργίας. Πρωταγωνιστούν αυτοί οι κλάδοι της οικονομίας στην προσπάθεια για το ξεπέρασμα της κρίσης με λαμπρές επιδόσεις την πενταετία της κρίσης. 
Το έλλειμμα στο εμπορικό μας ισοζύγιο στον αγροτοδιατροφικό τομέα το 2008 ήταν 3 δισεκατομμύρια ευρώ και έχει συρρικνωθεί στο 1,1 δισεκατομμύριο ευρώ όχι μόνο –τονίζω- με τη μείωση των εισαγωγών, όπως έχει συμβεί συνολικά στο εμπορικό ισοζύγιο που βελτιώθηκε η επίδοσή μας, αλλά με την αύξηση των εξαγωγών κατά 1 δισεκατομμύριο ευρώ. Έχει μεγάλη σημασία. Ακριβώς γι’ αυτό όλη η ελληνική κοινωνία προσβλέπει σήμερα στην αγροτιά και πιστεύει στις δυνατότητές της. 
Για να στηρίξει, όμως, η αγροτιά την πατρίδα, πρέπει να της δώσουμε δύναμη για να σηκώσει το μεγάλο βάρος. Γι’ αυτό πιστεύω ότι το επόμενο βήμα είναι η εκπόνηση ενός ρεαλιστικού προγράμματος, το οποίο στηρίζει τον αγρότη με τη μείωση κόστους παραγωγής, με ευνοϊκές ρυθμίσεις για τη φορολόγηση και με απάντηση στο μεγάλο πρόβλημα ρευστότητας. Είναι γι’ αυτό που πιστεύω ότι η αγροτιά δικαιούται μέρισμα από το δημοσιονομικό πλεόνασμα, όχι με τη μορφή ενισχύσεων, αλλά για τη συμβολή της στην αναπτυξιακή προσπάθεια. 
Ολοκληρώνοντας, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, θα ήταν, νομίζω, πολύ μεγάλη παράλειψη να μην αναφερθώ στο πρόβλημα των καταλογισμών και των δημοσιονομικών διορθώσεων που αντιμετωπίζουμε εδώ και χρόνια. Τα ποσά -το ξέρετε, φαντάζομαι- είναι πολύ μεγάλα και γίνονται όλες οι απαραίτητες ενέργειες από την Κυβέρνηση για να αποναρκοθετήσουμε το τοπίο. Αποναρκοθέτηση κάνουμε. Το πιο σημαντικό, όμως, είναι ότι προσπαθούμε να διαμορφώσουμε έναν οδικό χάρτη, προκειμένου να φράξουμε το δρόμο στις αιτίες που οδηγούν στους καταλογισμούς και την ίδια ώρα ο ΣΥΡΙΖΑ ανερυθρίαστα προτείνει για τα ροδάκινα «πακέτο Χατζηγάκη».
Θα καταθέσω στα Πρακτικά –για να μην το διαβάζω και καταχραστώ το χρόνο- τα ντοκουμέντα της επικίνδυνης ελαφρότητας του ΣΥΡΙΖΑ. Προτείνει φαρδιά-πλατιά με τον υπεύθυνο του «πακέτο Χατζηγάκη». Αντί άλλης απάντησης στους συναδέλφους του ΣΥΡΙΖΑ, θα διαβάσω ένα μικρό απόσπασμα του αείμνηστου Παναγιώτη Κονδύλη, από το βιβλίο του «Η παρακμή του αστικού πολιτισμού» που γράφτηκε το 1991. 
Παρακαλώ την προσοχή σας, γιατί θα αρέσει σε όλους, θα σας σοκάρει. 
«Εθνική ανάπτυξη μπορεί να γίνει μόνο με την αύξηση των παραγωγικών επενδύσεων, δηλαδή με τον αντίστοιχο περιορισμό της κατανάλωσης, προπαντός όταν τα καταναλωτικά αγαθά η χώρα δεν τα παράγει αλλά τα εισάγει και για να τα εισάγει δανείζεται, δηλαδή εκχωρεί τις αποφάσεις για το μέλλον της στους δανειοδότες της. 
Ο δρόμος της ανάπτυξης…» -τι λέει αυτός ο Αριστερός διανοούμενος!- «…είναι ο μονόδρομος της συσσώρευσης, της εντατικής εργασίας και της προσωρινής, τουλάχιστον, στέρησης, ενώ ο δρόμος της βραχυπρόθεσμης ευημερίας είναι ο δρόμος του παρασιτισμού και της εκποίησης της χώρας. 
Αυτή η άτεγκτη οικονομική αλήθεια ισχύει ανεξάρτητα από το οικονομικό και ηθικό πρόβλημα της διανομής των βαρών και της ιεράρχησης των στερήσεων. 
Ιδιαίτερα ιλαροτραγική από την άποψη αυτήν, παρουσιάζεται η θέση της Αριστεράς, η οποία όντας οιονεί καταδικασμένη να υπερασπίζει «λαϊκά» αιτήματα, υποχρεώνεται να γίνει σημαιοφόρος κάθε καταναλωτικής απαίτησης, αρκεί όποιος την προβάλλει να αυτοτιτλοφορείται «λαός», υποχρεώνεται δηλαδή εξ αντικειμένου να προωθεί την εκποίηση της χώρας, αρκεί ο «λαός» να ζητά την εκποίηση αυτήν». 
Ολοκληρώνοντας, κυρία Πρόεδρε, θέλω να πω, ότι αυτό είναι σήμερα ο ΣΥΡΙΖΑ. Επί είκοσι τρία χρόνια, από το ασφαλιστικό Γιαννίτση, μέχρι το «όλα τα κιλά, όλα τα λεφτά» επιβεβαιώνει τον Παναγιώτη Κονδύλη και σήμερα δεν είναι τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο από το τελευταίο καταφύγιο των ολέθριων πρακτικών της Μεταπολίτευσης που μας έφεραν ως εδώ. 
Γι’ αυτό ζητάμε ψήφο εμπιστοσύνης, γιατί δεν υπάρχει άλλη εναλλακτική πρόταση από την εθνική στρατηγική που διαμόρφωσε το ΠΑΣΟΚ μέσα στο καμίνι των μνημονίων και της κρίσης και υλοποιεί και η σημερινή Κυβέρνηση. 
Ευχαριστώ.